Ρωγμές στη ρωσική οικονομία: Η Μόσχα καλύπτει τα ελλείμματα με νέο χρέος

Το συνολικό έλλειμμα των περιφερειακών προϋπολογισμών της Ρωσίας αναμένεται να φθάσει φέτος τα 2 τρισ. Ρούβλια (περίπου 21 δις. Ευρώ), ενώ το υπουργείο Οικονομικών άντλησε μέσα σε μία ημέρα 1 τρισ. ρούβλια από τις τράπεζες και η Κεντρική Τράπεζα καταγράφει συνεχιζόμενη μετακίνηση χρημάτων προς τα μετρητά. Τα τρία στοιχεία προέρχονται από διαφορετικά τμήματα της οικονομίας, αλλά δείχνουν την ίδια πίεση: το κράτος, οι περιφέρειες και οι πολίτες προετοιμάζονται για μεγαλύτερη αβεβαιότητα.

Σύμφωνα με τον Αλεξάντρ Ισακόφ, επικεφαλής του Κέντρου Μακροοικονομικών Ερευνών της Sberbank, το συνολικό δημοσιονομικό κενό των ρωσικών περιφερειών θα αυξηθεί κατά 500 δισ. ρούβλια ή 33% σε σύγκριση με το 2025. Πρόκειται για νέο ιστορικό ρεκόρ για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Το προηγούμενο υψηλό είχε καταγραφεί στην πανδημία, όταν τα ελλείμματα έφθασαν τα 677 δισ. ρούβλια το 2020. Το περσινό ποσό ήταν ήδη 2,2 φορές μεγαλύτερο και η φετινή πρόβλεψη το φέρνει σχεδόν στο τριπλάσιο.

Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας μειώνει τα ίδια έσοδα των περιφερειών. Η πτώση των επιχειρηματικών κερδών περιορίζει τις εισπράξεις από τον φόρο κερδών, μία από τις βασικές πηγές χρηματοδότησης των τοπικών προϋπολογισμών. Η εικόνα του πρώτου εξαμήνου, με έλλειμμα μόλις 56 δισ. ρούβλια σύμφωνα με την Expert RA, επηρεάστηκε από τις αυξημένες εισπράξεις σε περιοχές παραγωγής πρώτων υλών, τις μεγάλες κρατικές παραγγελίες, την περικοπή φορολογικών απαλλαγών και αναδρομικές φορολογικές επιβαρύνσεις.

Πίσω από αυτό το προσωρινό αποτέλεσμα, περισσότεροι από 30 ρωσικοί περιφερειακοί σχηματισμοί κατέγραψαν πτώση ή στασιμότητα της βιομηχανικής παραγωγής. Μόνο σε 29 αυξήθηκε η οικοδομική δραστηριότητα και μόλις σε 20 οι επενδύσεις. Η ανισορροπία σημαίνει ότι η Μόσχα θα χρειαστεί είτε να αυξήσει τις μεταβιβάσεις προς τις περιφέρειες είτε να αποδεχθεί περικοπές υπηρεσιών, επενδύσεων και έργων υποδομής.

Την ίδια ώρα, το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών επέστρεψε στις εκδόσεις κρατικών ομολόγων μετά από παύση ενάμιση μήνα. Σε δημοπρασία πούλησε ομόλογα ομοσπονδιακού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο και λήξη το 2042, συνολικής αξίας 1 τρισ. ρουβλίων. Η ζήτηση έφθασε τα 1,424 τρισ., υπερκαλύπτοντας την έκδοση κατά περίπου 40%.

Οι βασικοί αγοραστές αυτών των τίτλων είναι μεγάλες, κυρίως κρατικές τράπεζες. Η συναλλαγή δεν αποτελεί απλή ψήφο εμπιστοσύνης της αγοράς. Οι τράπεζες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ομόλογα ως ενέχυρο για να αντλήσουν ρευστότητα από την Κεντρική Τράπεζα μέσω συμφωνιών επαναγοράς. Αναλυτές της Raiffeisenbank έχουν επισημάνει ότι παρόμοιες εκδόσεις στηρίχθηκαν στο παρελθόν με αυτόν τον μηχανισμό. Από το τέλος του 2025 η Κεντρική Τράπεζα έχει διοχετεύσει περισσότερα από 2 τρισ. ρούβλια στο τραπεζικό σύστημα, ενώ στις 2 Σεπτεμβρίου η συνολική οφειλή των πιστωτικών ιδρυμάτων προς αυτήν ανερχόταν σε 6,16 τρισ. ρούβλια.

Με άλλα λόγια, το υπουργείο δανείζεται από τις τράπεζες, αλλά οι τράπεζες μπορούν να χρηματοδοτούν την αγορά των κρατικών τίτλων με ρευστότητα της Κεντρικής Τράπεζας. Ο κύκλος επιτρέπει στο κράτος να καλύπτει άμεσα το έλλειμμα, μεταφέρει όμως μεγαλύτερο μέρος του δημοσιονομικού κινδύνου στον χρηματοπιστωτικό πυρήνα της χώρας.

Η ίδια η Κεντρική Τράπεζα περιγράφει ένα πολύ δυσμενέστερο ενδεχόμενο στο «σενάριο κινδύνου» της για την περίοδο έως το 2029. Με τιμή πετρελαίου 25 έως 35 δολάρια το βαρέλι, βαθύτερη διεθνή ύφεση και ενίσχυση των κυρώσεων, προβλέπει συρρίκνωση του ρωσικού ΑΕΠ κατά 3%-4% το 2027 και επιπλέον 1,5%-2,5% το 2028. Στην κορύφωση της κρίσης, το τέταρτο τρίμηνο του 2027, η ετήσια πτώση θα μπορούσε να φθάσει το 8%-9%.

Το σενάριο δεν αποτελεί βασική πρόβλεψη, αλλά άσκηση αντοχής. Δείχνει, ωστόσο, πού εντοπίζει η ρωσική νομισματική αρχή τις ευπάθειες: στα έσοδα από τις εξαγωγές, στην τιμή του πετρελαίου, στην πρόσβαση σε εισαγωγές και στην αντοχή του Ταμείου Εθνικού Πλούτου. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να επιταχυνθεί στο 11%-13%, οδηγώντας το βασικό επιτόκιο στο 19%-21%, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση θα υποχωρούσε δύο συνεχόμενες χρονιές.

Η ανησυχία αποτυπώνεται και στη συμπεριφορά των πολιτών και των επιχειρήσεων. Στους πρώτους επτά μήνες του έτους αποσύρθηκαν από το τραπεζικό σύστημα 2,1 τρισ. ρούβλια σε μετρητά. Η Κεντρική Τράπεζα προβλέπει ότι έως το τέλος του έτους θα προστεθούν άλλα 1,6 τρισ. και ότι η ποσότητα μετρητών σε κυκλοφορία θα αυξηθεί σωρευτικά κατά 7,3 τρισ. ρούβλια μέσα σε τρία χρόνια.

Η Τράπεζα αποδίδει την τάση στη μείωση των αποδόσεων των καταθέσεων, στην ανάγκη διατήρησης μετρητών για την περίπτωση προβλημάτων στις ηλεκτρονικές πληρωμές και στην αύξηση των φόρων. Η άνοδος του ΦΠΑ από 20% σε 22% και η μείωση του ορίου τζίρου για την υπαγωγή επιχειρήσεων στον φόρο ευνοούν επίσης τη μετακίνηση συναλλαγών προς τη ρευστότητα και την παραοικονομία.

Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν αποδεικνύει μόνο του μια κατάρρευση στο άμεσο μέλλον. Συνδυαστικά ωστόσο δείχνουν μια πολύ δυσμενή εικόνα και περιγράφουν μια οικονομία που χρειάζεται ολοένα περισσότερη κρατική χρηματοδότηση για να διατηρεί τις λειτουργίες της. Η ρωσική κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει μηχανισμούς δανεισμού και νομισματικής στήριξης, αλλά το κόστος της παράτασης του πολέμου διαχέεται πλέον καθαρότερα στους τοπικούς προϋπολογισμούς, στις τράπεζες και στην καθημερινή οικονομική συμπεριφορά.

- Υποστηρίξτε τον χορηγό μας -

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Γραφτείτε στην ενημέρωσή μας

Intuit Mailchimp

Εξερευνήστε την θεματολογία μας: