
Ένα από τα πιο επίμονα και διαδεδομένα αφηγήματα της ρωσικής προπαγάνδας στην Ελλάδα είναι ο ισχυρισμός ότι η ελληνική μειονότητα στην Ουκρανία «καταπιεζόταν» από το ουκρανικό κράτος. Το αφήγημα αυτό χρησιμοποιείται συστηματικά για να δικαιολογηθεί η ρωσική εισβολή και να παρουσιαστεί η Μόσχα ως δήθεν «προστάτιδα» των Ελλήνων της Αζοφικής. Όμως, όταν εξεταστεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα, δεν αντέχει ούτε στοιχειώδη έλεγχο.
Το αφήγημα
Σύμφωνα με τη ρωσική εκδοχή, οι Έλληνες της Ουκρανίας υφίσταντο γλωσσική, πολιτιστική και θεσμική καταπίεση: ότι περιορίστηκαν τα δικαιώματά τους, ότι εμποδίστηκε η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και ότι το κράτος τους αντιμετώπιζε ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ο ισχυρισμός αυτός αναπαράγεται στην Ελλάδα σχεδόν αυτούσιος από φιλορωσικούς κύκλους, συνήθως χωρίς καμία παραπομπή σε τεκμήρια.
Η πραγματικότητα πριν την εισβολή
Τα γεγονότα δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Πριν από τη ρωσική εισβολή, η ελληνική κοινότητα στην περιοχή της Αζοφικής –με επίκεντρο τη Μαριούπολη– είχε έντονη, οργανωμένη και δημόσια παρουσία.
Λειτουργούσαν προγράμματα διδασκαλίας ελληνικών σε σχολεία και πανεπιστήμια, πολιτιστικά κέντρα, χορευτικά και θεατρικά σχήματα. Διοργανώνονταν φεστιβάλ, πολιτιστικές εκδηλώσεις και πανοουκρανικές ολυμπιάδες ελληνικής γλώσσας για μαθητές και φοιτητές. Όλα αυτά πραγματοποιούνταν με θεσμική αναγνώριση και συχνά με οικονομική ή υλική στήριξη τόσο από την ελληνική όσο και από την ουκρανική πλευρά. Λειτουργούσε έδρα ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Μαριούπολης ενώ υπήρχε διδασκαλία ελληνικών και στα πανεπιστήμια του Κιέβου και του Λβιβ.
Ακόμα, για περισσότερα από 20 χρόνια εκδιδόταν η μηνιαία εφημερίδα “Οι Έλληνες της Ουκρανίας”, η οποία έβγαινε σε τρεις γλώσσες – τα ουκρανικά, τα ελληνικά και τα ρωσικά.
Μάλιστα, λίγο πριν την ρωσική εισβολή, ο δήμος Μαριούπολης μετονόμασε μια κεντρική πλατεία της Μαριούπολης σε «Ελληνική πλατεία» κατόπιν παρέμβασης και χρηματοδότης για την ανακαίνισή της από τον επιχειρηματία Παντελή Μπούμπουρα. Τα εγκαίνια της πλατείας μετατράπηκαν σε πραγματική ελληνική γιορτή ενώ πλήθος επισκεπτών και ΜΜΕ από την Ελλάδα παρευρέθηκαν στα εγκαίνια.
Όλα αυτά αποδεικνύονται από πλήθος δημοσιευμάτων, φωτογραφικού και βίντεο υλικού, μαρτυρίες Ελλήνων από την Ουκρανία και την Ελλάδα -οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτές τις εκδηλώσεις, από επίσημα έγγραφα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και από έλληνες αξιωματούχους.
Αν υπήρχε «καταπίεση», πώς εξηγείται αυτή η πολυετής, ανοιχτή και κρατικά αναγνωρισμένη δραστηριότητα; Πώς εξηγείται η λειτουργία ελληνικών δομών εντός δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων;
Ο νόμος για τους αυτόχθονες λαούς και η σκόπιμη διαστρέβλωση
Κεντρικό ρόλο στην παραπληροφόρηση έπαιξε και ο ουκρανικός νόμος για τους αυτόχθονες λαούς. Πρόκειται για νομοθεσία που αφορά συγκεκριμένες μικρές κοινότητες χωρίς «μητρόπολη» εκτός Ουκρανίας και βασίζεται σε διεθνή πρότυπα. Οι Έλληνες της Ουκρανίας δεν εντάχθηκαν σε αυτόν όχι επειδή «αποκλείστηκαν», αλλά επειδή αποτελούν αναγνωρισμένη εθνική μειονότητα με ιστορικούς και θεσμικούς δεσμούς με την Ελλάδα. Με άλλα λόγια, αν το ουκρανικό κράτος είχε εντάξει τους Έλληνες σε αυτό τον νόμο θα ήταν σαν να υποστήριζε σε θεσμικό επίπεδο ότι οι Έλληνες της Ουκρανίας δεν έχουν σχέση με την Ελλάδα.
Στον ίδιο νόμο δεν έχει υπαχθεί καμία από τις περίπου 200 μειονότητες που ζουν στην Ουκρανία, και κανείς δεν είχε εκφράσει κάποιες διαμαρτυρίες σχετικά με αυτό.
Η παρουσίαση αυτού του γεγονότος ως «απόδειξη καταπίεσης» αποτελεί κλασικό παράδειγμα προπαγανδιστικής διαστρέβλωσης: αποσπασματική χρήση ενός νομικού πλαισίου για να στηριχθεί ένα προκαθορισμένο αφήγημα.
Ποιος τελικά κατέστρεψε την ελληνική κοινότητα
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι το εξής: η πραγματική καταστροφή της ελληνικής κοινότητας ήρθε μετά τη ρωσική εισβολή. Σχολεία έκλεισαν, πολιτιστικά κέντρα καταστράφηκαν, αρχεία χάθηκαν, μουσεία λεηλατήθηκαν, το Πανεπιστήμιο της Μαριούπολης –όπου λειτουργούσε έδρα ελληνικών σπουδών– βομβαρδίστηκε.
Εκεί όπου υποτίθεται ότι η Ρωσία «προστάτευσε», στην πράξη άφησε πίσω της ερείπια.
Γιατί επιμένει το ψέμα
Το αφήγημα περί καταπίεσης δεν επιβιώνει επειδή στηρίζεται σε στοιχεία, αλλά επειδή εξυπηρετεί πολιτική σκοπιμότητα. Η ρωσική προπαγάνδα δεν στοχεύει στην πειθώ μέσω αποδείξεων, αλλά στη σύγχυση, στη συναισθηματική φόρτιση και στην επανάληψη. Όταν ένα ψέμα επαναλαμβάνεται αρκετά, κάποιοι το υιοθετούν επειδή ταιριάζει στις ιδεολογικές τους προκαταλήψεις.
Δεν υπάρχει καμία τεκμηριωμένη απόδειξη ότι οι Έλληνες καταπιέζονταν στην Ουκρανία. Υπάρχουν, αντίθετα, άφθονα στοιχεία που δείχνουν μια ζωντανή, αναγνωρισμένη και ενεργή κοινότητα, η οποία διαλύθηκε μόνο μετά τη ρωσική εισβολή. Το αφήγημα της «καταπίεσης» δεν είναι απλώς ανακριβές· είναι εργαλείο προπαγάνδας.
Και όπως συμβαίνει συχνά, εκείνοι που μιλούν για «προστασία» είναι τελικά αυτοί που αφήνουν πίσω τους μόνο καταστροφή.





