Ξένα κράτη χρησιμοποιούν ολοένα συχνότερα εγκληματικά δίκτυα για σαμποτάζ, κατασκοπεία και υβριδικές επιχειρήσεις. Η νέα αυτή μέθοδος μειώνει το πολιτικό κόστος για τον εντολέα και δυσκολεύει σημαντικά την απόδοση ευθύνης.
Μια από τις διαπιστώσεις της νέας έκθεσης της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εγκληματολογίας, της BKA αφορά την αυξανόμενη χρήση εγκληματικών δικτύων από ξένα κράτη για αποστολές σαμποτάζ, κατασκοπείας και άλλων υβριδικών επιχειρήσεων.
Ο επικεφαλής της BKA, Χόλγκερ Μινχ, δήλωσε ότι ξένες κρατικές δομές απευθύνονται πλέον σε εγκληματικές οργανώσεις, αναθέτοντάς τους αποστολές που παραδοσιακά θα ανήκαν στις υπηρεσίες πληροφοριών. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Γερμανία έχει ήδη προειδοποιήσει για εντεινόμενες δραστηριότητες ξένων κρατών στο εσωτερικό της, από κατασκοπεία και κυβερνοεπιθέσεις μέχρι σαμποτάζ κρίσιμων υποδομών.
Για ένα κράτος, η χρήση εγκληματιών προσφέρει προφανή πλεονεκτήματα. Ένας επαγγελματίας κατάσκοπος είναι συνδεδεμένος, άμεσα ή έμμεσα, με μια συγκεκριμένη υπηρεσία. Η αποκάλυψή του μπορεί να προκαλέσει διπλωματική κρίση, απελάσεις ή πολιτικές συνέπειες. Ένας εγκληματίας, αντιθέτως, μπορεί να στρατολογηθεί για μια μεμονωμένη επιχείρηση, να πληρωθεί μέσω ενδιάμεσων και να μην γνωρίζει καν ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από την εντολή.
Αυτό δημιουργεί ένα πολύ μεγαλύτερο περιθώριο άρνησης ευθύνης. Αν ένας εμπρησμός, μια έκρηξη ή η παρακολούθηση μιας στρατιωτικής εγκατάστασης εκτελεστεί από κάποιον με ποινικό υπόβαθρο, η πράξη αρχικά μοιάζει με κοινό έγκλημα. Η σύνδεσή της με ξένη υπηρεσία πληροφοριών μπορεί να χρειαστεί μήνες ή και χρόνια για να αποδειχθεί.
Η μέθοδος αυτή δεν είναι θεωρητική. Πρόσφατη έρευνα της DW και ευρωπαϊκών εταίρων κατέγραψε υποθέσεις Λατινοαμερικανών που φέρονται να στρατολογήθηκαν διαδικτυακά για εμπρησμούς και αποστολές αναγνώρισης σε Πολωνία, Τσεχία, Ρουμανία και Λιθουανία, με τις έρευνες να οδηγούν σε ρωσικές υπηρεσίες. Οι ύποπτοι προσελκύονταν με χρήματα και λάμβαναν οδηγίες μέσω social media και Telegram.
Ακριβώς αυτή η λογική κάνει το μοντέλο τόσο επικίνδυνο. Η κρατική κατασκοπεία παύει να περιορίζεται σε εκπαιδευμένους πράκτορες και αποκτά πρόσβαση σε μια τεράστια δεξαμενή ανθρώπων: εγκληματίες, άτομα με οικονομικά προβλήματα, ανθρώπους που στρατολογούνται διαδικτυακά ή ακόμη και νεαρούς χωρίς προηγούμενη σχέση με υπηρεσίες πληροφοριών.
Παράλληλα, δυσκολεύει δραματικά το έργο των αρχών. Η αστυνομία πρέπει πλέον να εξετάζει αν πίσω από ένα φαινομενικά «συνηθισμένο» ποινικό αδίκημα υπάρχει κρατικός σχεδιασμός. Και οι υπηρεσίες πληροφοριών καλούνται να παρακολουθούν δίκτυα που δεν έχουν την πειθαρχία ή τη σταθερή δομή μιας κλασικής υπηρεσίας κατασκοπείας.
Στη Γερμανία η ανησυχία είναι ήδη έντονη. Το 2025 διεξήχθησαν 683 έρευνες για οργανωμένο έγκλημα, αύξηση 5,6% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Την ίδια στιγμή, οι γερμανικές αρχές προειδοποιούν ότι οι υβριδικές επιθέσεις έχουν εξελιχθεί σε καθημερινή απειλή και ότι ξένες δυνάμεις στρέφονται ολοένα περισσότερο σε σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις και επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης.
Η βασική αλλαγή είναι επομένως ποιοτική: ο κατάσκοπος του 21ου αιώνα δεν χρειάζεται πάντα να είναι κατάσκοπος. Μπορεί να είναι ένας κοινός εγκληματίας, ένας περιστασιακός συνεργάτης ή κάποιος που απλώς δέχθηκε μια καλά αμειβόμενη «δουλειά» μέσω Telegram. Και αυτό κάνει το όριο ανάμεσα στο οργανωμένο έγκλημα και στον κρατικό υβριδικό πόλεμο ολοένα πιο δύσκολο να διακριθεί.
Η τάση αυτή είχε προβλεφθεί σε παλιότερες εκθέσεις υπηρεσιών ασφαλείας, δηλαδή ότι χώρες όπως η Ρωσία θα χρησιμοποιούν όλο και συχνότερα άτομα του κοινού πολινικού δικαίου ή το οργανωμένο έγκλημα για τις επιχειρήσεις τους. Εκτός όλων των άλλων που αναφέρθηκαν ήδη – η χρήση τέτοιων ατόμων για επιχειρήσεις των μυστικών υπηρεσιών αυξάνουν δραματικά και τον κίνδυνο να υπάρχουν “παράπλευρες απώλειες” μεταξύ των πολιτών.
Υπό αυτή την έννοια είναι πλέον προφανής η ανάγκη όχι μόνον της αύξησης της επιχειρησιακής ικανότητας των κατά τόπους αστυνομιών αλλά και η στενότερη διασύνδεσή τους με τις υπηρεσίες ασφαλείας, όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και όχι μόνο.

