Ιδιαίτερα ανησυχητικά για την Ελλάδα τα νέα αποτελέσματα της PISA

Στην κορυφή βρίσκονται για ακόμη μία φορά οι ασιατικές χώρες και οικονομίες. Η Σιγκαπούρη, κινεζικές επαρχίες και πόλεις, η Ταϊβάν, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα εμφανίζουν εντυπωσιακές επιδόσεις. Στην Ευρώπη ξεχωρίζει η Εσθονία, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο κατάφερε να διατηρηθεί κοντά στους κορυφαίους σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία, υποχωρούν.

Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά πεδία. Στις φυσικές επιστήμες συγκέντρωσε 434 μονάδες έναντι 482 του ΟΟΣΑ. Στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες οι επιδόσεις παρέμειναν περίπου στα επίπεδα του ήδη πολύ κακού 2022, ενώ στην κατανόηση κειμένου μειώθηκαν ακόμη περισσότερο. Οι επιδόσεις στα μαθηματικά και στις επιστήμες είναι πλέον χαμηλότερες από το 2018 και από κάθε προηγούμενη ελληνική συμμετοχή στην PISA.

Τα ποσοστά ίσως λένε περισσότερα από τις βαθμολογίες. Το 49,5% των Ελλήνων μαθητών δεν κατακτά ούτε το βασικό επίπεδο επάρκειας στα μαθηματικά. Στην κατανόηση κειμένου το ποσοστό είναι 43,8% και στις φυσικές επιστήμες 40,9%. Δηλαδή περίπου ένας στους δύο 15χρονους δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει στοιχειώδεις μαθηματικές γνώσεις σε πρακτικές καταστάσεις. Μόλις 2% των μαθητών βρίσκεται στα δύο υψηλότερα επίπεδα στα μαθηματικά και μόλις 1% στις επιστήμες και στην ανάγνωση.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Δεν υπάρχει μία απάντηση. Η πανδημία επιδείνωσε το πρόβλημα διεθνώς, αλλά στην Ελλάδα η υποχώρηση έχει μεγαλύτερο βάθος. Από το 2015 μέχρι σήμερα το ποσοστό των μαθητών χαμηλής επίδοσης αυξήθηκε κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες στα μαθηματικά, 17 στην ανάγνωση και οκτώ στις επιστήμες.

Υπάρχει επίσης κοινωνική διάσταση. Οι πιο εύποροι Έλληνες μαθητές έχουν σαφώς καλύτερες επιδόσεις από τους κοινωνικοοικονομικά ασθενέστερους – η διαφορά στις φυσικές επιστήμες φτάνει τις 76 μονάδες. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι ακόμη και οι σχετικά προνομιούχοι Έλληνες μαθητές υστερούν σημαντικά από μαθητές αντίστοιχου κοινωνικού επιπέδου στη Σιγκαπούρη, την Ταϊβάν ή το Μακάο. Άρα το πρόβλημα δεν εξηγείται μόνο από τη φτώχεια ή τις ανισότητες.

Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει και βαθύτερες αδυναμίες του ελληνικού συστήματος: χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση σε σχέση με τον μέσο όρο, έντονα συγκεντρωτική διοίκηση, περιορισμένη αυτονομία των σχολείων και δυσκολίες στην αξιολόγηση και στη μετατροπή της εκπαιδευτικής πολιτικής σε πραγματικό αποτέλεσμα μέσα στην τάξη.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που αξίζει να συζητηθεί. Η PISA δεν ζητά από τα παιδιά να αναπαράγουν απλώς αυτά που διδάχθηκαν. Ζητά να καταλάβουν ένα άγνωστο κείμενο, να αξιολογήσουν πληροφορίες και να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους για να λύσουν ένα νέο πρόβλημα.

Και εκεί ίσως βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ελληνικού σχολείου: παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένο στην ύλη, στον βαθμό και τελικά στις εξετάσεις. Μπορεί να μαθαίνει τον μαθητή να απαντά στην ερώτηση που περιμένει. Η PISA, όμως, τον ρωτά τι θα κάνει όταν δεν γνωρίζει από πριν την απάντηση.

- Υποστηρίξτε τον χορηγό μας -

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Γραφτείτε στην ενημέρωσή μας

Intuit Mailchimp

Εξερευνήστε την θεματολογία μας: