Η Ρωσία «αντέχει» οικονομικά επειδή υποθηκεύει το μέλλον της στην Κίνα – Τυπώνει χρήμα, εκχωρεί πόρους και παραδίδει υποδομές

66

Παρά τις διαρκείς προβλέψεις για οικονομική κατάρρευση, η Ρωσία συνεχίζει να χρηματοδοτεί τον πόλεμο χωρίς να δείχνει άμεσα σημάδια εξάντλησης. Η εικόνα αυτή όμως είναι ψευδαίσθηση: η Μόσχα δεν στηρίζεται σε κάποια πραγματική οικονομική ανθεκτικότητα, αλλά σε έναν επικίνδυνο συνδυασμό νομισματικής χαλάρωσης, εκτύπωσης χρήματος, εσωτερικού δανεισμού και -κυρίως- μιας ολοένα και βαθύτερης υποθήκευσης της χώρας στην Κίνα. Με κάθε νέο μήνα πολέμου, η Ρωσία εκχωρεί στρατηγικούς πόρους, υποδομές και μελλοντικά έσοδα στο Πεκίνο, το οποίο έχει ήδη μετατραπεί στον βασικό μοχλό επιβίωσης του ρωσικού καθεστώτος.

Στο εσωτερικό, το μεγαλύτερο μέρος του ελλείμματος καλύπτεται πλέον από την Κεντρική Τράπεζα, η οποία ουσιαστικά τυπώνει νέο χρήμα. Το υπουργείο Οικονομικών εκδίδει τεράστιες ποσότητες ΟΦΖ (ομολογιών εσωτερικού δανεισμού), τις οποίες αγοράζουν κρατικές τράπεζες χρησιμοποιώντας φθηνή ρευστότητα που τους δίνει η ίδια η Κεντρική Τράπεζα μέσω πράξεων repos. Στις 24 Νοεμβρίου, τα repos αυτά άγγιξαν τα 2,8 τρισεκατομμύρια ρούβλια — ένα από τα μεγαλύτερα ποσά στην ιστορία της χώρας.

Ουσιαστικά, έχουμε έναν μηχανισμό: το κράτος δανείζεται από τις τράπεζες· οι τράπεζες δανείζονται από την Κεντρική Τράπεζα· και η Κεντρική Τράπεζα παράγει νέο χρήμα για να καλύψει αυτή την αλυσίδα. Είναι έμμεση νομισματική χρηματοδότηση πολέμου, με έντονα πληθωριστικό χαρακτήρα, κάτι που οι Ρώσοι πολίτες ήδη βιώνουν στο κόστος ζωής, αλλά το Κρεμλίνο θεωρεί «αποδεκτό» τίμημα όσο ο πόλεμος συνεχίζεται.

Και το μέλλον είναι ακόμη πιο σκοτεινό: για την τριετία 2026–2028 προβλέπεται έλλειμμα άνω των 10 τρισεκατομμυρίων ρουβλίων. Κάθε χρόνο η κυβέρνηση σχεδιάζει να εκδίδει νέα ομόλογα αξίας 4–4,7 τρισ. ρουβλίων. Είναι ένα μοντέλο οικονομικής διαχείρισης που δεν μπορεί να σταθεί χωρίς εξωτερικό χρηματοδοτικό «οξυγόνο» — και αυτό το «οξυγόνο» έχει όνομα: Κίνα.

Σε αυτό το γεωπολιτικό περιβάλλον, ο επικεφαλής της «Ροσνέφτ», Ίγκορ Σέτσιν —ίσως ο πιο στενός άνθρωπος του Πούτιν και βασικός δίαυλος συνεργασίας με το Πεκίνο— μίλησε δημόσια για τον ρόλο της Ρωσίας ως «βάσης για ενέργεια και πρώτες ύλες» της Κίνας. Στο Ρωσο-κινεζικό Ενεργειακό Φόρουμ ο Σέτσιν χαρακτήρισε την Κίνα «τη μοναδική βιομηχανική υπερδύναμη του πλανήτη», επισημαίνοντας ότι παράγει το 35% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής.

Ο Σέτσιν τόνισε ότι η αμερικανική βιομηχανία εξαρτάται πλέον από κινεζικά εξαρτήματα τρεις φορές περισσότερο απ’ ό,τι εξαρτάται η κινεζική βιομηχανία από τις ΗΠΑ. Και υπέδειξε πως η Ρωσία μπορεί να γίνει «η στρατηγική βάση πόρων» που θα επιτρέψει στην Κίνα να συνεχίσει την άνοδό της. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η Μόσχα προσφέρει τώρα ό,τι μπορεί — ενέργεια, μέταλλα, πρώτες ύλες — με αντάλλαγμα πολιτική προστασία και οικονομική στήριξη από το Πεκίνο.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και μια νέα, ιδιαίτερα χαρακτηριστική συμφωνία: η Ρωσία ζήτησε από την Κίνα να κατασκευάσει τη σιδηροδρομική γραμμή Κουραγκίνο–Κιζίλ, μήκους 410 χιλιομέτρων, στη Δημοκρατία της Τιβά. Σε αντάλλαγμα, η Κίνα θα λάβει δικαιώματα εξόρυξης πολύτιμων και σπάνιων γαιών της περιοχής — υλικών κρίσιμων για μπαταρίες, ηλεκτροκινητήρες, drones, προηγμένα οπλικά συστήματα και τεχνολογίες υψηλής στρατηγικής σημασίας.

Η γραμμή αυτή θα αποτελέσει τμήμα του Κεντροευρασιατικού Διαδρόμου Μεταφορών (CETC), συνδέοντας τη Σιβηρία με τη Μογγολία και το Σιντζιάνγκ. Το έργο συζητείται από το 2008 αλλά δεν υλοποιήθηκε λόγω έλλειψης χρηματοδότησης. Τώρα όμως, με την Κίνα να το εντάσσει στη λογική «υποδομές με αντάλλαγμα πόρους», το project μπορεί να πραγματοποιηθεί — αλλά με αντάλλαγμα μόνιμη πρόσβαση της Κίνας σε ορυκτό πλούτο που μέχρι σήμερα ανήκε αποκλειστικά στη Ρωσία.

Η Ρωσία λοιπόν δεν «αντέχει» επειδή είναι δυνατή, αλλά επειδή παραδίδει την οικονομική της κυριαρχία. Με τυπωμένο χρήμα, χρέος και εκχώρηση στρατηγικών πόρων, η χώρα μετατρέπεται σταδιακά σε «εξαρτημένο παράρτημα» της κινεζικής οικονομίας. Είναι ένας πόλεμος που θα πληρωθεί όχι μόνο σήμερα, αλλά για πολλές δεκαετίες στο μέλλον.