Η κρίση καυσίμων που εξαπλώνεται σε ρωσικές περιφέρειες φαίνεται να επηρεάζει πλέον άμεσα και το πολιτικό κλίμα στη χώρα. Σύμφωνα με στοιχεία του κρατικού Ρωσικού Κέντρου Μελέτης της Κοινής Γνώμης, γνωστού με το ρωσικό ακρωνύμιο VTsIOM, την εβδομάδα από 22 έως 28 Ιουνίου το ποσοστό υποστήριξης των πράξεων του Βλαντίμιρ Πούτιν μειώθηκε κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 66,9%. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση των τελευταίων οκτώ ετών, με εξαίρεση μόνο ορισμένες πολύ έντονες πολιτικές στιγμές, όπως η ανακοίνωση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης το 2018.
Παρότι το ποσοστό παραμένει σχετικά υψηλό, η τάση θεωρείται ανησυχητική για το Κρεμλίνο. Σε σύγκριση με τα επίπεδα του τέλους του περασμένου έτους, ο Πούτιν εμφανίζει απώλειες σχεδόν 11 μονάδων, ενώ σε σχέση με τα υψηλά της περιόδου του πολέμου, η υποχώρηση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ενδεικτικό είναι ότι η αξιολόγηση της κυβέρνησης παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση πως η κοινωνική δυσαρέσκεια στρέφεται προσωπικά προς τον Ρώσο πρόεδρο και όχι συνολικά προς τον κρατικό μηχανισμό.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η κρίση βενζίνης παύει να είναι απλώς ένα πρόβλημα διαχείρισης της αγοράς και μετατρέπεται σε κοινωνικό σύμπτωμα ευρύτερης κόπωσης. Σε αρκετές περιοχές έχουν ήδη εμφανιστεί πρακτικές διανομής καυσίμων με δελτία ή QR-codes, εικόνες που παραπέμπουν σε πιο παλιές εποχές κρατικού ελέγχου και τροφοδοτούν αίσθημα ανασφάλειας στην καθημερινότητα. Η έλλειψη καυσίμων χτυπά όχι αφηρημένους οικονομικούς δείκτες, αλλά τη βασική αίσθηση «κανονικότητας» των πολιτών.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί στη γενικότερη επιδείνωση του οικονομικού κλίματος. Σύμφωνα με τη Gallup, το 56% των Ρώσων δηλώνει ότι το βιοτικό του επίπεδο χειροτερεύει – το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων είκοσι ετών – ενώ το 60% προβλέπει περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η δυσαρέσκεια δεν συνδέεται μόνο με την έλλειψη βενζίνης, αλλά με μια βαθύτερη αίσθηση οικονομικής φθοράς που διαχέεται στην κοινωνία.
Έτσι, η κρίση καυσίμων φαίνεται να λειτουργεί ως καταλύτης: κάνει ορατή στην καθημερινή ζωή μια ευρύτερη φθορά που μέχρι πρόσφατα απορροφούσαν η κρατική προπαγάνδα και η πολεμική ρητορική. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Μόσχα μπορεί να λύσει το πρόβλημα της αγοράς καυσίμων, αλλά αν μπορεί να ανακόψει τη σταδιακή μετατροπή της οικονομικής δυσφορίας σε πολιτική φθορά.






