Γ. Καραμπελιάς: Η “ρωσική παράταξη” στην Ελλάδα και το ουκρανικό δίλημμα της Ευρώπης

124

Η συζήτηση με τον Γιώργο Καραμπελιά ξεκινά από κάτι που μοιάζει «αθώο», αλλά αποδεικνύεται καθοριστικό: για χρόνια, μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης αντιμετώπιζε Ρώσους και Ουκρανούς ως «έναν λαό». Ο συνομιλητής μου εξηγεί πως αυτή η αντίληψη δεν γεννήθηκε τυχαία. Χτίστηκε πάνω σε μια ιστορική σύγχυση ανάμεσα στους Ρως και τους Ρώσους, ενισχύθηκε από την ταύτιση της Σοβιετικής Ένωσης με τη «Σοβιετική Ρωσία» και καλλιεργήθηκε συστηματικά από μηχανισμούς επιρροής που ήθελαν να εμφανίζεται ολόκληρος ο σοβιετικός χώρος ως προέκταση της Μόσχας.

Από εκεί, η κουβέντα περνά στον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως κατεξοχήν «ορθόδοξη δύναμη», ενώ ταυτόχρονα –όπως σημειώνει– η σύγκρουσή της με την Ευρώπη την σπρώχνει σταθερά προς την Ανατολή και προς μια ευρασιατική αυτοεικόνα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουκρανία αποκτά για τη Μόσχα μια ιδιαίτερη σημασία: δεν είναι μόνο γεωστρατηγικός χώρος, αλλά και «γέφυρα» προς την Ευρώπη, μια ευρωπαϊκή χώρα που, αν ελεγχθεί, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο επαναπροσέγγισης και επιρροής.

Στη συζήτηση εμφανίζεται και μια σκληρή, αλλά ενδιαφέρουσα έννοια: η «μογγολοποίηση» ως πολιτική νοοτροπία. Όχι ως ύβρις προς έναν λαό, αλλά ως περιγραφή ενός μοντέλου εξουσίας, όπου ο πολίτης υποτάσσεται, η ανθρώπινη αξία μικραίνει μπροστά στο κράτος – αφέντη και η επέκταση μέσω πολέμου θεωρείται σχεδόν φυσική κατάσταση. Είναι μια ερμηνεία που, ανεξάρτητα από το αν την υιοθετεί κανείς πλήρως, φωτίζει το γιατί η ρωσική πολιτική παράδοση συχνά συγκρούεται με τα ευρωπαϊκά δημοκρατικά αντανακλαστικά.

Το δεύτερο -και κεντρικό– κομμάτι της συζήτησης αφορά το κείμενο του Γιώργου Καραμπελιά στο Liberal με τίτλο «Ρωσική παράταξη στην Ελλάδα». Η θέση του είναι πως στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες ένα ιδεολογικά ετερόκλητο, αλλά λειτουργικά συγκλίνoν ρεύμα που αντιμετωπίζει τη Ρωσία με ανοχή ή συμπάθεια, ακόμα και όταν αυτή παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο. Κατά την ανάλυσή του, οι ρίζες αυτού του ρεύματος μπλέκονται με την ιστορική ορθόδοξη παράδοση, την εμπειρία της Κατοχής και την ιδεολογική ηγεμονία της κομμουνιστικής Αριστεράς στη μεταπολεμική Ελλάδα, αλλά και με το ισχυρό αντιαμερικανικό αίσθημα που τροφοδοτήθηκε από το Κυπριακό και αργότερα από τη χούντα και την τραγωδία του 1974.

Μετά το 1989, τα παλιά δίκτυα πέρασαν κρίση. Όμως –όπως υποστηρίζει– με την άνοδο του Βλαντίμιρ Πούτιν επιχειρείται ανασυγκρότηση, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη ευελιξία: η ρωσική επιρροή δεν απευθύνεται μόνο σε παραδοσιακά αριστερά ακροατήρια, αλλά διεισδύει και στην άκρα δεξιά και σε φονταμενταλιστικούς ορθόδοξους κύκλους, αξιοποιώντας το αφήγημα της «παραδοσιακής» Ρωσίας που αντιστέκεται στη Δύση.

Η ελληνική οικονομική κρίση και τα μνημόνια, συνεχίζει, λειτούργησαν σαν επιταχυντής. Η κοινωνική οργή απέναντι στην Ευρώπη και τη λιτότητα άνοιξε χώρο για κάθε «αντισυστημικό» λόγο, από προτάσεις ρήξης με την ΕΕ έως πιο ακραίες θεωρίες συνωμοσίας. Σε εκείνο το σημείο, η συζήτηση ακουμπά και κάτι ιδιαίτερα επίκαιρο: τη σύνδεση των δικτύων επιρροής με ΜΜΕ, πλατφόρμες, κανάλια στο διαδίκτυο, ακόμα και οικονομικά συμφέροντα. «Για πολλούς, η μεγαλύτερη ιδεολογία είναι τα χρήματα», λέω στη συζήτηση — και ο συνομιλητής μου συμφωνεί ότι η οικονομική διάσταση είναι καθοριστική για να καταλάβει κανείς γιατί ορισμένες αφηγήσεις βρίσκουν τόσο εύκολα χώρο.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στη σύγχυση ανάμεσα σε φιλορωσισμό και τραμπισμό. Κοινές φράσεις, κοινή ρητορική κατά της «woke» κουλτούρας, κοινή καχυποψία προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τη μετανάστευση, δημιουργούν ένα υβρίδιο όπου ο θεατής δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τι είναι ιδεολογική ταύτιση και τι οργανωμένη προπαγάνδα. Το αποτέλεσμα, κατά τον Καραμπελιά, είναι να περνάει μαζικά ένα «σκουλήκι» στον δημόσιο λόγο: «όχι στην αντιρωσική υστερία», «να τελειώνει ο πόλεμος», «μας βλάπτει η Ουκρανία» — μια λογική που, όπως λέει, υπονομεύει στρατηγικά τα ίδια τα ελληνικά συμφέροντα.

Και εδώ έρχεται η πιο αιχμηρή θέση της κουβέντας: η Ουκρανία δεν είναι ένα μακρινό θέμα «κάποιων άλλων». Αν η Ευρώπη δεν σταθεί στην Ουκρανία, θα δυσκολευτεί να σταθεί οπουδήποτε: Βαλτική, Πολωνία, συνοχή της Ένωσης, αρχιτεκτονική ασφάλειας. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, που βρίσκεται απέναντι σε μια αναθεωρητική Τουρκία πολύ μεγαλύτερου μεγέθους, το μόνο μακροπρόθεσμο στήριγμα είναι μια Ευρώπη με πραγματική άμυνα και πολιτική ενότητα. Με αυτό το σκεπτικό, «όποιος θέλει την ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Κύπρου, θέλει τη νίκη της Ουκρανίας», όπως συνοψίζει.

Στο κλείσιμο, η συζήτηση ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: την κρίση του δυτικού πολιτισμού, την επίδραση του διαδικτύου, την «νέα φεουδαρχία» των μεγάλων πλατφορμών και την ανάγκη θεσμών ισχυρότερων από το ψηφιακό χάος. Το «όραμα» που καταθέτει ο συνομιλητής μου είναι σαφές: μια Ευρώπη πιο ενιαία — με άμυνα, θεσμούς και συνοχή — γιατί μόνο έτσι χώρες όπως η Ελλάδα και η Ουκρανία μπορούν να σταθούν, να προστατεύσουν την ταυτότητά τους και να αντιμετωπίσουν τα νέα κύματα αυταρχισμού και αποσταθεροποίησης.

Μπορείτε να δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη που έδωσε ο Γιώργος Καραμπελιάς στον Κώστα Ονισένκο εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=XLUtITcueeg