Οι ιστορίες με όμορφες, μεθυσμένες Ρωσίδες κατασκόπους έχουν πάντα ενδιαφέρον. Κάτι ανάμεσα σε κατασκοπικό μυθιστόρημα, ψυχολογικό θρίλερ και πολιτική τραγωδία. Έχουν εικόνα, έχουν ένταση, έχουν μια δόση σεξαπίλ – και συνήθως καταλήγουν να λένε πολύ περισσότερα για τον πραγματικό κόσμο της κατασκοπείας απ’ ό,τι θα ήθελαν οι ίδιες οι υπηρεσίες πληροφοριών.
Η υπόθεση της 35χρονης Nomma Zarubina, που βρίσκεται σήμερα προφυλακισμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι μία από αυτές. Και πίσω από τα ασυνάρτητα μηνύματα προς πράκτορες του FBI, τα κρασιά στις τρεις το πρωί και τις σκηνές σε δικαστικές αίθουσες, κρύβεται κάτι πολύ πιο σοβαρό: η γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην «αθώα» πολιτισμική δραστηριότητα και τη συστηματική εργαλειοποίησή της από τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες.
Όπως γράφει στο Radio Free Europe/Radio Liberty ο Mike Eckel, η Zarubina δεν ήταν αυτό που συνήθως φανταζόμαστε όταν ακούμε τη λέξη «κατάσκοπος». Δεν έκλεβε απόρρητα έγγραφα, δεν έβαζε κοριούς, δεν συμμετείχε σε μυστικές συναντήσεις με βαλίτσες γεμάτες χρήματα. Ήταν κάτι πολύ πιο σύγχρονο – και πολύ πιο επικίνδυνο.
Ήταν αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν access asset.
Δηλαδή ένας άνθρωπος που δεν συλλέγει απαραίτητα πληροφορίες, αλλά ανοίγει πόρτες. Δημιουργεί γνωριμίες. Εισχωρεί σε κύκλους. Γίνεται «γνωστή», «οικεία», «αξιόπιστη». Ένας άνθρωπος που αφήνει πίσω του ένα κοινωνικό αποτύπωμα, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί αργότερα – από τον ίδιο ή από άλλους, πιο επαγγελματίες, πιο προσεκτικούς, πιο ψυχρούς.
Η Zarubina έζησε στις ΗΠΑ από το 2016. Δούλεψε σε πολιτιστικό οργανισμό, συμμετείχε σε εκδηλώσεις, πάνελ, συζητήσεις για τη «Ρωσία μετά τον ιμπεριαλισμό», για την «αποαποικιοποίηση», για τον ρόλο της ρωσικής διασποράς. Δικτυώθηκε με δημοσιογράφους, αναλυτές, ακαδημαϊκούς, μέλη think tanks. Έφτασε μέχρι και σε fellowship σε γνωστό αμερικανικό ερευνητικό κέντρο.
Τίποτα από αυτά δεν είναι παράνομο. Τίποτα δεν είναι εξ ορισμού ύποπτο.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
Γιατί, όπως δείχνει η υπόθεση, αυτή η «αθώα» πολιτισμική και διανοητική κινητικότητα μπορεί να λειτουργήσει –και συχνά λειτουργεί– ως προκάλυμμα για επιχειρήσεις επιρροής. Όχι απαραίτητα με τη μορφή στρατολόγησης ή κατασκοπείας, αλλά με τη δημιουργία δικτύων, την καλλιέργεια σχέσεων, την κανονικοποίηση της παρουσίας ανθρώπων που διατηρούν ανοιχτή γραμμή με κρατικές υπηρεσίες της χώρας τους.
Στην περίπτωση της Zarubina, το αμερικανικό κατηγορητήριο υποστηρίζει ότι διατηρούσε επαφή με αξιωματικούς της ρωσικής FSB, ότι υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας, ότι έλαβε κωδικό όνομα και λίστες επαφών «ενδιαφέροντος». Η ίδια λέει πως πιέστηκε, πως απειλήθηκε, πως βρέθηκε παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους που κανείς δεν της εξήγησε πραγματικά.
Και εδώ αρχίζει το τραγικό στοιχείο της ιστορίας.
Γιατί η Zarubina δεν μοιάζει με ψυχρό επαγγελματία πράκτορα. Μοιάζει με άνθρωπο που δεν άντεξε το βάρος του παιχνιδιού στο οποίο μπήκε – ή στο οποίο σύρθηκε. Με άνθρωπο που άρχισε να καταρρέει ψυχολογικά, να πίνει, να στέλνει αλλόκοτα μηνύματα σε πράκτορες του FBI, να συμπεριφέρεται σαν κάποιος που δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει ποιος τον χρησιμοποιεί και ποιος τον παρακολουθεί.
Στο δικαστήριο είπε ότι αισθάνεται περήφανη που έδωσε πληροφορίες στο FBI – και πικραμένη που, αντί για αναγνώριση, το μόνο που πήρε ήταν… ένα σακουλάκι καραμέλες μετά τις ανακρίσεις. Η εικόνα είναι σχεδόν συμβολική: ένας άνθρωπος που πίστεψε ότι μπορεί να ελέγξει την αφήγησή του, να παίξει και με τις δύο πλευρές, και τελικά συνειδητοποίησε ότι για τις υπηρεσίες πληροφοριών είναι αναλώσιμος.
Η υπόθεση Zarubina δεν είναι μεμονωμένη. Προηγούνται ανάλογες περιπτώσεις: η Maria Butina, η Elena Branson, η Natalia Burlinova. Διαφορετικά πρόσωπα, ίδιο μοτίβο. Πολιτισμός, δημόσια διπλωματία, ΜΚΟ, «ανεξάρτητες» πρωτοβουλίες. Και από πίσω, μια κρατική λογική που βλέπει τα πάντα ως πεδίο επιρροής.
Αυτό που κάνει αυτή την ιστορία σημαντική δεν είναι το κουτσομπολιό γύρω από μια «μεθυσμένη κατάσκοπο». Είναι το γεγονός ότι δείχνει πόσο εύκολα ο σύγχρονος κόσμος –με τα think tanks, τα panels, τα συνέδρια και τις πολιτισμικές ανταλλαγές– μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο σκιώδους αντιπαράθεσης κρατών.
Και επίσης κάτι ακόμα πιο άβολο: ότι η γραμμή ανάμεσα στην αφέλεια, τη συνεργασία και τον εξαναγκασμό είναι συχνά θολή. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν ξεκινούν ως «κατάσκοποι». Ξεκινούν ως χρήσιμοι. Και τελειώνουν μόνοι.
Ίσως τελικά οι κατάσκοποι να μην μοιάζουν καθόλου με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας. Ίσως να μοιάζουν περισσότερο με ανθρώπους που πίστεψαν ότι μια πολιτισμική συζήτηση, ένα ποτήρι κρασί και ένα networking event δεν μπορούν να γίνουν όπλα. Μέχρι τη στιγμή που το δικαστήριο κλείνει την πόρτα πίσω τους.






